βούστασις

βού-στᾰσις, εως, , = foreg., A.Pr.653 (pl.), IG11(2).145.19 (Delos, iv B. C.), D.H.1.79.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βούστασις — βούστασις, η και βουστασία, η (Α) το βούσταθμον. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. βούστασις < βους + στάσις, ο δε τ. βουστασία < βους + στασία < στατός < ίστημι ή πιθ. < βους + στάσις] …   Dictionary of Greek

  • βουστάσεις — βούσταθμον ox stall fem nom/voc pl (attic epic) βούσταθμον ox stall fem nom/acc pl (attic) βούστασις fem nom/voc pl (attic epic) βούστασις fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βους — ο (AM βοῡς, ο, Α και βοῡς, η) βόδι (ταύρος, αγελάδα ή μοσχάρι) (αρχ. μσν.) φρ. «βοῡς ἐπὶ γλώσσῃ βέβηκε», «βοῡς ἐπὶ γλώσσης ἐπιβαίνει», «βοῡν ἐπὶ τῆς γλώττης ἔχω» βουθαίνομαι, δεν αποκαλύπτω αυτά που γνωρίζω αρχ. βοῡς, η 1. δέρμα βοδιού, ασπίδα 2 …   Dictionary of Greek

  • βοόστασις — βοόστασις, η (Α) βούστασις, στάβλος …   Dictionary of Greek

  • βουστασίων — βούσταθμον ox stall fem gen pl (epic doric ionic aeolic) βούστασις fem gen pl (epic doric ionic aeolic) βουστάσιον neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουστάσεων — βουστάσεω̆ν , βούσταθμον ox stall fem gen pl βουστάσεω̆ν , βούστασις fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούστασιν — βούσταθμον ox stall fem acc sg βούστασις fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.